Ουρολοίμωξη στα παιδιά

ΓΕΝΙΚΑ & ΣΥΝΤΟΜΑ:

  1. Η ουρολοίμωξη είναι μια φλεγμονή του ουροποιητικού συστήματος (ουρήθρα, ουροδόχος κύστη, ουρητήρες, νεφροί), η οποία συμβαίνει λόγω της εισόδου σε αυτό (μόλυνσης) μικροσκοπικών οργανισμών (μικροβίων). Τα μικρόβια αυτά, υπό τις φυσιολογικές συνθήκες, κατοικούν κοντά στα στόμια της ουρήθρας, του γυναικείου κόλπου και του πρωκτού. Από εκεί εισέρχονται στις ουροφόρες οδούς, φτάνοντας ακόμη και στους νεφρούς.
  2. Η ουρολοίμωξη δεν είναι μεταδοτική πάθηση. Δεν μπορεί να την "πιάσει" ένα παιδί από άλλο άτομο ή να τη "δώσει" σε άλλο άτομο. Δεν μπορεί να την "πιάσει" από τη βρώμικη τουαλέτα. Αντιθέτως, μπορεί να την πάθει εάν:
    • δεν ουρεί τακτικά ή και δεν αδειάζει την ουροδόχο κύστη πλήρως (δεν ολοκληρώνει την ούρηση)
    • δεν αφοδεύει τακτικά (δυσκοιλιότητα)
    • υποβάλλεται σε υπερβολική τοπική υγιεινή (πχ σκουπίζει την ουρήθρα και τον κόλπο μετά την ούρηση),
    • έχει μόνιμα ερεθισμένο δέρμα γύρω από τις οπές - στόμια (ουρήθρας, κόλπου, πρωκτού).
  3. Η ουρολοίμωξη ενέχει κίνδυνο της μόνιμησ, μη αναστρέψιμης βλάβης στους νεφρούς. Με άλλα λόγια, μπορεί να αχρηστεύσει ένα μέρος του νεφρού, να νεκρώσει τις λειτουργικές του μονάδες (τους νεφρώνες - τα "φίλτρα του αίματος"). Για να συμβεί αυτό ωστόσο, είναι απαραίτητο το παθογόνο μικρόβιο να έχει διεισδύσει στο παρέγχυμα του νεφρού (στη σάρκα του).
  4. Τα σενάρια όπου το μικρόβιο διαπέρασε τον νεφρό και μόλυνε το αίμα (σηψαιμία) είναι συχνά στα νεογνά, βρέφη και τα μικρά παιδιά. Σε αντίθεση με τους υπερήλικές, η παιδική σηψαιμία προκαλούμενη από την ουρολοίμωξη θεραπεύεται πιο εύκολα, αρκεί να χορηγηθεί η ενδοφλέβια, αντιβιοτική θεραπεία, με την έγκαιρη (εντός 48 ωρών) έναρξη της οποίας οι μόνιμες νεφρικές βλάβες ενδέχεται να αποφευχθούν.
  5. Η νεφρική ανεπάρκεια από τη νέκρωση και των δύο (αποδεδειγμένα καλών από τη γέννηση) νεφρών, εξαιτίας των επαναλαμβανομένων ουρολοιμώξεων, είναι εξαιρετικά σπάνια στις ημέρες μας. Σχεδόν ανύπαρκτοι είναι και οι παιδικοί θάνατοι από ουρολοίμωξείς (δυστυχώς συμβαίνουν ακόμη στις υπανάπτυκτες χώρες ή σε εμπόλεμες περιοχές της υφηλίου.
  6. Υπάρχουν δύο ειδών ουρολοιμώξεις:
    • η κυστίτιδα, η οποία προκαλεί πόνο στο κάτω μέρος της κοιλιάς, τη συχνουρία, τη δυσουρία (το τσούξιμο) και μερικές φορες την αίματουρία. Η κυστίτιδα δεν ανεβάζει τη θερμοκρασία του σώματος πάνω από τους 37,5°C και δεν προκαλεί βλάβη στούς νεφρούς, εκτός εάν παραμεληθεί και μεταπέσει σε πυελονεφρίτιδα ή εάν συμβεί σε άτομα με συνυπάρχουσες συγγενείς ή επίκτητες ανωμαλίες του ουροποιητικού συστήματος.
    • η πυελονεφρίτιδα, η οποία προκαλεί κακουχία, υψηλό πυρετό, πόνο στη μέση (από τη μεριά του πάσχοντος νεφρού), ναυτία ή και έμετο. Η πυελονεφρίτιδα, εάν παραμεληθεί, οδηγεί αναπόφευκτα σε νέκρωση των λειτουργικών μονάδων του νεφρού (των νεφρώνων - "φίλτρων του αίματος").
  7. Η ουρολοίμωξη είναι πολύ πιο συχνή στα παιδιά από ότι στους ενήλικες. Περίπου το 7% όλων των κοριτσιών και το 2% όλων των αγοριών παθαίνουν ουρολοίμωξη μέχρι την ηλικία των 6 ετών.
  8. Η αναγνώριση (διάγνωση) της ουρολοίμωξης στα νεογνά και βρέφη δεν είναι εύκολη, διότι αρκετές από τις μικροβιακές φλεγμονές άλλων οργάνων και συστημάτων του παιδικού οργανισμού εκδηλώνονται με όμοια συμπτώματα.
  9. Οι ειδικοί ιατροί για τη διάγνωση των ουρολοιμώξεων σε όλα τα παιδιά είναι οι παιδίατροι. Οι ίδιοι είναι αρμόδιοι και για τη θεραπεία των ουρολοιμώξεων.
  10. Στην κρίση των παιδιάτρων είναι να προσκληθεί ο εξειδικευμένος παιδοουρολόγος με σκοπό την βοήθεια στη περίπτωση των δυσκολιών κατά τη θεραπεία ή για τον προσδιορισμό του τρόπου της παιδοουρολογικής παρακολούθησης του παιδιού μετά τη θεραπεία. 
  11. Σε περίπτωση της ανεύρεσης (διάγνωσης) των συγγενών ή επίκτητων ανωμαλιών του ουροποιητικού συστήματος, το παιδί πρέπει να παρακολουθείται από έναν παιδοουρολόγο.
  12. Οι συγγενείς ανωμαλίες του ουροποιητικού συστήματος μπορεί να προδιαθέτουν ένα παιδί στις υποτροπές των ουρολοιμώξεων ή να την καθιστούν επικίνδυνα βαρύτερη (σήψη ± διαπύηση). Για τον λόγο αυτό οι μερικές από αυτές υποβάλλονται σε χειρουργικές διορθώσεις. Αρμόδιοι για τέτοιου είδους επεμβάσεις είναι οι ειδικοί παιδοουρολόγοι.

ΕΙΔΙΚΑ:

Επιδημιολγία (πόσο συχνή είναι η ουρολοίμωξη στα παιδιά;)
  1. Τα πρόωρα νεογνά και τα νεογνά με μικρό σωματικό βάρος έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να πάθουν ουρολοίμωξη από ότι εκείνα που γεννήθηκαν τελειόμηνα και με φυσιολογικό σωματικό βάρος.
  2. Τα αγόρια είναι πιο ευάλωτα στις ουρολοιμωξεις τον πρώτο χρόνο της ζωής, κατά τη διάρκεια του οποίου έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να νοσήσουν σε σύγκριση με τα συνομήλικα κορίτσια. Πιο ευαίσθητα στις ουρολοιμώξεις είναι τα αγόρια που διανύουν το πρώτο εξάμηνο της ζωής τους.
  3. Μετά τον πρώτο χρόνο ζωής και για το υπόλοιπο της ζωής τα κορίτσια (ή οι γυναίκες) έχουν πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να πάθουν ουρολοίμωξη από ότι τα αγόρια ( ή άνδρες).
  4. Η πρώτη ουρολοίμωξη στα παιδιά τις περισσότερες φορές συμβαίνει κατά τη διάρκεια των πρώτων πέντε ετών ζωής.
  5. Έως 3% των κοριτσιών ηλικίας από 1 μέχρι 5 ετών παθαίνουν ουρολοίμωξη.
  6. Κορίτσια, ηλικίας 6-16 ετών παθαίνουν ουρολοίμωξη δέκα φορές πιο συχνά από τα αγόρια.
  7. Οι ουρολοιμώξεις υποτροπιάζουν (συμβαίνουν ξανά στο ίδιο παιδί). Οι υποτροπές (επαναλαμβανόμενες ουρολοιμώξεις) συμβαίνουν πιο συχνά στα κορίτσια και στα παιδιά που έχουν κάποια σωματική προδιάθεση στις ουρολοιμώξεις:
    • το 75% των κοριτσιών που έπαθαν ουρολοίμωξη μια φορά θα υποτροπιάσουν
    • μόνο το 1/3 των αγοριών ξαναπαθαίνουν ουρολοίμωξη.
  8. Οι υποτροπές της ουρολοίμωξης συνήθως συμβαίνουν μέσα στα πρώτα τρία χρόνια μετά από την αρχική λοίμωξη.
Ποιά μικρόβια προκαλούν ουρολοιμώξεις στα παιδιά;
  1. Το κολοβακτηρίδιο (Escherichia Coli) είναι υπεύθυνο για το >90% των ουρολοιμώξεων στα παιδιά. Είναι το μικρόβιο που σε αφθονία βρίσκεται στη περιοχή του πρωκτού και των έξω γεννητικών οργάνων.
  2. Άλλα (πιο σπάνια) μικρόβια είναι η Ψευδομονάδα (Pseudomonas Aureginosa), η Κλεμπσιέλλα (Klebsiella Pneumoniae), ο Πρωτέας (Proteus Mirabilis) και τα Εντεροβακτηρίδια (Enterobacter, Enterococcus).
  3. Ακόμα πιο σπάνια και συνήθως σε παιδιά με προβλήματα ανοσοποιητικού συστήματος, οι ουρολοιμώξεις προκαλούνται από τον Σταφυλόκοκκο (Staphylococcus Epidermidis) και  Στρεπτόκοκκο.
  4. Οι μυκητιασικές ουρολοιμώξεις (πχ Candida Albicans) συνήθως συμβαίνουν στα παιδιά που νοσηλεύονται στα νοσοκομεία, έχουν προβλήματα και άλλων ογράνων και συστημάτων, λαμβάνουν μακροχρόνια αντιβιοτική αγωγή και έχουν στο σώμα τους καθετήρες.
Με ποιόν τρόπο τα μικρόβια εισέρχονται στους νεφρούς;
  1. Ο συνήθης τρόπος της μόλυνσης των νεφρών είναι αποτέλεσμα της ανόδου των μικροβίων από την ουροδόχο κύστη, στην οποία εισέρχονται μέσω του έξω στομίου της ουρήθρας από έξω (ανιούσα ουρολοίμωξη).
  2. Πιο σπάνια τα μικρόβια διεισδύουν στους νεφρούς μέσω της κυκλοφορίας του αίματος. Αυτό συνήθως συμβαίνει ως διασπορά των μικροβιακών εστιών που βρίσκονται εκτός του ουροποιητικού (αιματογενής ουρολοίμωξη - πχ σταφυλοκοκκική σηψαιμία από την οστεομυελίτιδα των νεογνών).
Τι καθιστά ένα παιδί ευάλωτο στις ουρολοιμώξεις;
Για πολλά χρόνια δεν ήταν γνωστό γιατί τα παιδιά παθαίνουν ουρολοιμώξεις πιο συχνά από τους ενήλικες. Σχετικά πρόσφατα διαπιστώθηκε ότι η σωστή ούρηση (το τακτικό και το πλήρες άδειασμα της ουροδόχου κύστης) μαζί με τη συνεχή και ανεμπόδιστη ροή των ούρων από τους νεφρούς προς την ουροδόχο κύστη (απουσία συγγενών ανωμαλιών του ανώτερου ουροποιητικού συστήματος) είναι τα δύο βασικά και φυσικά στοιχεία που προστατεύουν έναν άνθρωπο από τη μόλυνση των ούρων και τις ουρολοιμώξεις. 
 
Στα παιδιά ωστόσο, ακόμη και σε εκείνα που δεν έχουν κάποια ανωμαλία του ουροποιητικού ή άλλων συστημάτων, η κένωση της ουροδόχου κύστης, αρκετά συχνά και για πολλούς λόγους, μπορεί να είναι ατελής, πράγμα που οδηγεί στη στάση των ούρων στην ουροδόχο κύστη και που ευνοεί τη μόλυνση αυτών. Η λειτουργία της ουροδόχου κύστης τελειοποιείται όταν τα παιδιά μαθαίνουν να ουρούν τακτικά, αδειάζουν τη ουροδόχο κύστη τους πλήρως και σε κατάλληλο μέρος (στη τουαλέτα, όχι στις πάνες).  
 
  1. Η πλειονότητα των παιδιών εγκαταλείπουν την πάνα κατά τη διάρκεια του τρίτου χρόνου ζωής (μέσος όρος τα 2 - 2,5 χρόνια). Τα υγιή από όλες τις απόψεις παιδιά που όμως δεν ουρούν και δεν αφοδεύουν τακτικά, δεν αδειάζουν την ουροδόχο τους κύστη και το έντερό τους πλήρως, παραμένουν ευάλωτα στις ουρολοιμώξεις.
  2. Παιδιά γεννημένα με σοβαρές παθήσεις του νευρικού συστήματος (πχ μυελομηνιγγοκήλη) που δεν διαγνώστηκαν ή δεν διαχειρίστικαν σωστά και έγκαιρα, είναι ευάλωτα στη νεφρική ανεπάρκεια προερχόμενη από τις μόνιμες νεφρικές βλάβες, προκαλούμενες από τη συγγενώς ανώμαλη λειτουργία της ουροδόχου κύστης, αρκετές φορές και σε συνδυασμό με τις υποτροπές των ουρολοιμώξεων.
  3. Παιδιά με συγγενείς ανωμαλίες του ουροποιητικού (πχ κύστεο-ουρητηρική παλινδρόμηση, αποφρακτικοί μεγαουρητήρες, διπλό πύελο-καλυκικό σύστημα ± ουρητηροκήλη κλπ) θεωρούνται ευάλωτα στις ουρολοιμώξεις λόγω της στάσης των ούρων στο ανώτερο ουροποιητικό. Το σενάριο της ουρολοίμωξης σε αυτά τα παιδιά δεν είναι σπάνιο και αν συμβεί, τα επιχειρήματα υπέρ της χειρουργικής διευθέτησης της συγγενούς ανωμαλίας υπερτερούν της συντηρητικής προσέγγισης. 
  4. Παιδιά με σπάνιες, μη σχετιζόμενες με το ουροποιητικό σύστημα καταστάσεις όπως η ανοσοανεπάρκεια (συγγενής, ιατρογενής και επίκτητη), ο σακχαρώδης διαβήτης και τα παιδιά υποβαλλόμενα σε χρόνιες αντιβιοτικές θεραπείες, θεωρούνται ευάλωτα στις ουρολοιμώξεις.
 
Τι μπορώ να κάνω ώστε να παρέχω στο παιδί μου επιπλέον προστασία από τις ουρολοιμώξεις; 
Δυστυχώς, εκτός από τα απλά μέτρα της κοινής, καθημερινής, τοπικής υγιεινής δεν μπορείτε να κάνετε σχεδόν τίποτε για να αποτρέψετε μια ουρολοίμωξη.
 
  1. Ο μητρικός θηλασμός θεωρείται ότι ασκεί γενικευμένη προστατευτική δράση και μειώνει την πιθανότητα των λοιμώξεων γενικά. Επομένως, για τα νεογνά και βρέφη επιθυμητός είναι ο μητρικός θηλασμός.
  2. Για τα αγόρια που διανύουν τον πρώτο χρόνο ζωής και παθαίνουν υποτροπές των ουρολοιμώξεων, ανεξάρτητα αν έχουν ή δεν έχουν διαγνωστεί με κάποια συγγενή ανωμαλία του ουροποιητικού, συνιστάται η περιτομή (χειρουργική αφαίρεση της άκρας πόσθης), η οποία τεκμηριωμένα μειώνει τη πιθανότητα της ουρολοίμωξης. Το ίδιο ισχύει και για τα μεγαλύτερα αγόρια, αν και αυτά παθαίνουν ουρολοιμώξεις πολύ πιο σπάνια. Δεν συνιστάται η προλυπτική περιτομή σε αγόρια που δεν έπαθαν ποτέ ουρολοίμωξη, ακόμη και αν έχουν κάποια διαγνωσμένη ανωμαλία του ουροποιητικού ή σε εκείνα των οποίων η πρώτη και μοναδική ουρολοίμωξη είχε ήπια συμπτώματα και θεραπεύτηκε χωρίς δυσκολίες. 
  3. Η προστατευτική χορήγηση μικρής ποσότητας του αντιβιοτικού καθημερινά (η χημειοπροφύλαξη) ενδείκνυται μόνο στα παιδιά με διαγνωσμένες συγγενείς ανωμαλίες του ουροποιητικού (κυρίως κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση) και έχει αμφίβολη αποτελεσματικότητα. Ενδεχομένως σε κάποια από αυτά τα παιδιά η χημειοπροφύλαξη είναι αποτελεσματική, ωστόσο είναι άγνωστο ποια ακριβώς από τα πάρα πολλά παιδιά που τη λαμβάνουν έχουν πραγματική προστασία.
  4. Τα μέτρα της ενίσχυσης των σωστών συνηθειών της ούρησης και της αφόδευσης ή ακόμη και η πλήρης επανεκπαίδευση του παιδιού στην ούρηση και στην αφόδευση παρέχουν καλή προστασία από τις ουρολοιμώξεις, ειδικά σε εκείνα τα παιδιά των οποίων η ατελής ούρηση και το υπόλειμμα των ούρων στην ουροδόχο κύστη οφείλονται στην παρουσία της κυστεοουρητηρικής παλινδρόμησης.
Λαμβάνοντας υπόψην όλα τα παραπάνω και παρά τα αυτά, το σημαντικότερο είναι κάθε παιδί με ή χωρίς συγγενή ανωμαλία του ουροποιητικού που παρουσιάζει συμπτώματα ενδεικτικά της ουρολοίμωξης να προσκομίζεται άμεσα για την φυσική εξέταση από έναν ειδικό - παιδίατρο. Οι τηλεφωνικές διαγνώσεις και συμβουλές απαγορεύονται αυστηρά. 
 
Ποια τα συμπτώματα της ουρολοίμωξης και τι είδη ουρολοιμώξεων υπάρχουν;
Η ουρολοίμωξη είναι μια φλεγμονή. Τα όργανα παθαίνουν φλεγμονή (φλεγμαίνουν) στα πλαίσια της φυσικής αντίδρασης της άμυνας του οργανισμού στον εισβολέα. Κάθε όργανο αντιδρά στα μικρόβια με το δικό του τρόπο και παράγει ειδικά συμπτώματα, τα οποία επιτρέπουν στους ιατρούς να εντοπίσουν την εστία της φλεγμονής.  
 
Φλεγμονή της ουρήθρας και της ουροδόχου κύστης.
Η μεμονωμένη μικροβιακή φλεγμονή της ουρήθρας (ουρηθρίτιδα) είναι εξαιρετικά σπάνια στα παιδιά. Συνήθως συνοδεύει την πολύ συχνότερη φλεγμονή της ουροδόχου κύστης, την οξεία κυστίτιδα.
 
Τα συμπτώματα της οξείας κυστίτιδας είναι έντονα. Ένας ενήλικας τα περιγράφει ως πόνος στο κάτω μέρος της κοιλιάς, συχνή ούρηση μικρών ποσοστήτων ούρων με ή χωρίς αίμα και με αίσθημα καύσου (τσούξιμο) κατά την ούρηση. Μερικοί από τους ασθενείς ανεβάζουν τη θερμοκρασία του σώματός, αλλά όχι πάνω από τους 37,5°C, σπάνια αναφέρουν ρίγη κατά την ούρηση και δεν υπάρχουν κακουχία, ναυτία και έμετος.
 
Τα παιδιά της σχολικής ηλικίας με οξεία κυστίτιδα έχουν τα ίδια συμπτώματα με τους ενήλικες, τα περιγράφουν περίπου με την ίδια ακρίβεια και τις περισσότερες φορές προσφεύγουν στους ιατρούς εγκαίρως, κατά τη διάρκεια των πρώτων ωρών μετά την έναρξη των συμπτωμάτων και πριν η οξεία κυστίτιδα επιπλακεί με σοβαρότερη ουρολοίμωξη - τη πυελονεφρίτιδα (βλ. παρακάτω).
 
Η κυστίτιδα στα μικρά παιδιά, βρέφη και νεογνά συχνά μένει αδιάγνωστη. Οι προσεκτικοί γονείς αναφέρουν συμπτώματα όπως αίμα στα ούρα ή στην πάνα, έντονο κλάμα κατά την ούρηση, έντονη δυσοσμία των ούρων και γενική δυσφορία του παιδιού. Παρόλα αυτά, τις περισσότερες φορές τα μικρά παιδιά, βρέφη και νεογνά προσκομίζονται στα εξωτερικά ιατρεία σε σοβαρότερη κατάσταση - με οξεία πυελονεφρίτιδα.
 
Φλεγμονή του νεφρού. 
Όταν και εάν το μικρόβιο φτάσει στον νεφρό, προκαλεί εκεί πολύ εντονότερη φελγμονώδη αντίδραση του οργανισμού - τη πυελονεφρίτιδα. Ένα παιδί με πυελονερίτιδα είναι συνήθως νωθρό, ανορεκτικό, έχει υψηλό πυρετό 38-40°C, μπορεί να έχει μετεωρισμό (φούσκωμα) κοιλιάς, διάρροια, έμετο, γογγίζει στην εκπνοή, έχει δυσφορία, κλάμα, ανησυχία και έυκολη κόπωση κατά τη λήψη της τροφής.
 
Δυστυχώς, στα βρέφη και τα νεογνά η φλεγμονές και άλλων οργάνων μπορεί να εκδηλώνονται με ακριβώς τα ίδια συμπττώματα. Για τον λόγο αυτό, επιβάλλεται η άμεση μεταφορά ενός παιδιού με προαναφερόμενα συμπτώματα στα επείγοντα εξωτερικά παιδιατρικά ιατρεία, όπου οι ειδικοί παιδίατροι με φυσική εξέταση και με εργαστηριακές εξετάσεις ( Γενική ούρων, Καλλιέργεια ούρων, Γενική αίματος, δείκτες φλεγμονής και άλλα) εξακριβώνουν την αιτία της κακουχίας του παιδιού, και το υποβάλλουν στην ενδεδειγμένη, κατάλληλη, άμεση θεραπεία.
 
Ασυμπτωματική μικροβιουρία. 
Σπάνια ο ανθρώπινος οργανισμός δεν αντιδρά με φλεγμονή στην παρουσία των μικροβίων στην ουροδόχο κύστη. Οι περιπτώσεις αυτές είναι γνωστές ως ασυμπτωματική μικροβιουρία (πχ κατά την εγκυμοσύνη) και τις περισσότερες φορές, παρά την απουσία των συμπτωμάτων, οι άνθρωποι που την έχουν υποβάλλονται σε θεραπεία με τα αντιβιοτικά.
 
Εξαίρεση αποτελούν οι ειδικές περιπτώσεις με βαριές συγγενείς ανωμαλίες του νευρικού συστήματος (πχ μυελομηνιγγοκήλη) όπου οι ασθενείς υποβάλλονται σε θεραπευτικούς διαλείποντες καθαρούς καθετηριασμούς και των οποίων τα ούρα σπάνια είναι στείρα.
 
Η ασυμπτωματική μικροβιουρία στα μικρά παιδιά, βρέφη και νεογννά, ενώ είναι αρκετά απίθανο να προκαλεί βλάβη στους νεφρούς, δεν είναι σπάνιο να προκαλεί τη στασιμότητα στη κτήση του σωματικού βάρους και της σωματικής ανάπτυξης του παιδιού. Η στασιμότητα του βάρους σε αυτού του είδους το σενάριο θεωρείται ως σύμπτωμα της ουρολοίμωξης και ο ασθενείς θα πρέπει να θεραπεύεται με αντιβιοτικά. 
 
Πως αποδεικνύεται ότι το παιδί έχει ουρολοίμωξη;

Αρχικά θα πρέπει να υπάρξουν τα συμπτώματα. Στη συνέχεια το παιδί θα πρέπει να εξεταστεί από έναν παιδίατρο, ο οποίος έχοντας συλλέξει το ιστορικό και εξετάσει το σώμα του παιδιού καταλήγει στην υποψία για την ύπαρξη της ουρολοίμωξης. Για την επιβεβαίωση της υποψίας ακολουθεί ο εργαστηριακός έλεγχος που έχει ως κύριο στόχο την απομόνωση του μικροοργανισμού από τα ούρα του παιδιού με την καλλιέργεια ούρων και την ανάλυση της αντίδρασης του οργανισμού στο μικρόβιο εισβολέα, με τη Γενική Ούρων και τη Γενική Αίματος (σε πιο βαριές μορφές).

Όταν τα αποτελέσματα της Γενικής Ούρων (έτοιμα την ίδια ημέρα) περιέχουν στοιχεία ενδεικτικά της ουρολοίμωξης, τότε ο παιδίατρος, αφού δει το αποτέλεσμα ο ίδιος και έχοντας υπόψη την αξιοπιστία της μεθόδου με την οποία συλλέχθηκαν τα ούρα, μπορεί να θεωρήσει ότι η ουρολοίμωξη επιβεβαιώθηκε και να ξεκινήσει τη θεραπεία με αντιβιοτικά που έχουν ευρύ φάσμα μικροβιακής κάλυψης.

Το οριστικό αποτέλεσμα της Καλλιέργειας Ούρων αργεί 48 ώρες και βγαίνει συνήθως μαζί με το αντιβιόγραμμα, έναν πίνακα της ευαισθησίας του μικροβίου στα αντιβιοτικά. Στο πρώτο 24ωρο ωστόσο, το εργαστήριο συνήθως μπορεί να απαντήσει αν η καλλιέργεια είναι θετική ή όχι, χωρίς να ονομάσει το μικρόβιο με ακρίβεια. Όταν βγεί η οριστική απάντηση της Καλλιέργειας Ούρων, η αντιβιοτική αγωγή προσαρμόζεται ανάλογα με το αντιβιόγραμμα. 

Τα προβλήματα με την αξιοπιστία των μεθόδων της λήψης δειγμάτων ούρων για καλλιέργεια στα παιδιά που φορούν πάνες.

Ανάλογα με τη γενική κατάσταση του παιδιού (πόσο βαριά άρρωστο είναι) και το ιστορικό της πάθησής του (υποτροπές ουρολοιμώξεων, συγγενείς ανωμαλίες του ουροποιητικού) ο παιδίατρος επιλέγει και αποφασίζει τον τρόπο της λήψης του δείγματος των ούρων προς καλλιέργεια και γενική ανάλυση.

Υπερηβική παρακέντηση της ουροδόχου κύστης
Τα νεογνά, βρέφη και τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας που είναι ακόμα στις πάνες, ειδικά εκείνα που έχουν γνωστό ιστορικό συγγενών ανωμαλιών του ουροποιητικού συστήματος, όταν προσέρχονται με εμπύρετο και είναι σε βεβαρημένη γενική κατάσταση, υποβάλλονται σε λήψη δείγματος ούρων με τη μέθοδο της διαδερμικής υπερηβικής παρακέντησης της ουροδόχου κύστης με βελόνα. Ο τρόπος αυτός είναι ο πλέον αξιόπιστος, ενέχει όμως τον κίνδυνο της αιμορραγίας και της τρώσης του εντέρου. Ακόμη και η ελάχιστη ποσότητα μικροβίων εντοπισμένων στα ούρα που ελήφθησαν με την υπερηβική παρακέντηση είναι αρκετή για την αξιόπιστη διάγνωση της ουρολοίμωξης.
 
Αυτοκόλλητο σακουλάκι στα έξω γεννητικά όργανα.
Η συχνότερη μέθοδος της λήψης δειγμάτων ούρων είναι το αποστειρωμένο αυτοκόλλητο σακουλάκι. Η μέθοδος αυτή δεν είναι επεμβατική, αλλά έχει υψηλά ποσοστά των  ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων (δείχνει ουρολοίμωξη όταν στη πραγματικότητα αυτή δεν υπάρχει).
 
Εάν το δείγμα των ούρων που ελήφθη με το σακουλάκι είναι στείρο, το αποτέλεσμα της καλλιέργειας θεωρείται αξιόπιστο και η διάγνωση της ουρολοίμωξης θα πρέπει να αμφισβητηθεί. Εάν το δείγμα είναι θετικό και περιέχει περισσότερα από ένα μικρόβια - το αποτέλεσμα θεωρείται αναξιόπιστο και το δείγμα των ούρων κρίνεται ακτάλληλο. Σε αυτή τη περίπτωση η εξέταση θα πρέπει να επαναληφθεί.
 
Εάν το δείγμα περιέχει ελάχιστη ποσότητα μικροβίων (<100.000 στο οπτικό πεδίο) ή ασυνήθιστο για την ουρολοίμωξη μικρόβιο, τότε η θετικότητα της καλλιέργειας αμφισβητείται και ο παιδίατρος καλείται να συνεκτιμήσει το αποτέλεσμα της καλλιέργειας με το αποτέλεσμα της γενικής ανάλυσης ούρων και τη γενική κατάσταση του παιδιού. Λαμβάνοντας όλα αυτά υπόψη, ο παιδίατρος αποφασίζει είτε να επαναλάβει την καλλιέργεια (λήψη δείγματος με διαφορετική μέθοδο), είτε να παρακολουθήσει το παιδί στενά με την επανάληψη της φυσικής εξέτασης την επόμενη ημέρα ή να ξεκινήσει τη θεραπεία με τη χορήγηση  της αντιβιοτικής αγωγής.
 
Καθετηριασμός της ουροδόχου κύστης.
Είναι η λιγότερο επεμβατική αλλά και η λιγότερο αξιόπιστη μέθοδος σε σύγκριση με την υπερηβική παρακέντηση. Επίσης είναι η περισσότερο αξιόπιστη αλλά και η περισσότερο επεμβατική σε σύγκριση με το αυτοκόλλητο σακουλάκι. Δείγμα ούρων ληφθέν με τον καθετηριασμό της ουροδόχου κύστης που περιέχει  >10.000 μονάδες μικροβίων στο οπτικό πεδίο θεωρείται ισχυρώς ενδεικτικό της ουρολοίμωξης (μικρή επιφύλαξη υπάρχει για τη πιθανότητα της μόλυνσης του δείγματος από το εξωτερικό περιβάλλον).
Η Γενική Ανάλυση Ούρων.
Τα ούρα για τη Γενική Ούρων θα πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με το δείγμα της καλλιέργειας. Το αποτέλεσμα της γενικής ούρων γίνεται διαθέσιμο άμεσα, ειδικά όταν για την ανάλυση χρησιμοποιούνται τα αντιδραστήρια "Urinary DipStick". Είναι ειδικές ταινίες διαθέσιμες στο εμπόριο, οι οποίες βοηθούν στη γρήγορη διάγνωση αρκετών παθολογικών καταστάσεων, μεταξύ των οποίων είναι και η ουρολοίμωξη.
 
Το μειονέκτημα αυτών των ταινιών είναι το υψηλό τους κόστος και η υπερευαισθησία τους στην καταγραφή της πρωτεϊνης και των ερυθρών αιμοσφαιρίων (δείχνουν ως θετικές ακόμη και τις ασήμαντες ποσότητες αυτών των παραμέτρων στα ούρα).
 

Η παρουσία των μικροβίων στα ούρα κατά τη μικροσκόπηση, μαζί με τα θετικά νιτρώδη και με την αυξημένη ποσότητα των λευκών αιμοσφαιρίων στα Urinary Dipstick, συνηγορεί υπέρ της ουρολοίμωξης. Προσοσχή! Η απουσία αυτών των παραμέτρων δεν αποκλείει την ουρολοίμωξη.

 

Λόγω των πιθανών επιπλοκών της υπερηβικής παρακέντησης και της αναξιοπιστίας των άλλων δύο μεθόδων της λήψης των ούρων, η σύγχρονη παγκόσμια παιδιατρική οδηγία αποτρέπει αυστηρά τους ιατρούς από την υποβολή των παιδιών στις τακτικές "προληπτικές" καλλιέργειες και γενικές αναλύσεις ούρων εν απουσία σημαντικών συμπτωμάτων. 

Η θεραπεία της ουρολοίμωξης.

Οι ουρολοιμώξεις θεραπεύονται. Ιδανικά, η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινάει νωρίς, πριν το μικρόβιο εισέλθει στους νεφρούς, δηλαδή στο στάδιο της κυστίτιδας ή στα πρώτα κύματα του εμπύρετου. Αν αυτό δεν είναι εφικτό, θα πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια το παιδί να καλύφθεί με τα αντιβιοτικά εντός των πρώτων 48 ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων. Αυτό μειώνει σημαντικά την πιθανότητα των μόνιμων βλαβών στους νεφρούς.

Ο μόνος κατάλληλος ιατρός για τη διάγνωση και τη θεραπεία των παιδικών ουρολοιμώξεων είναι ο παιδιάτρος. Οι παιδίατροι είναι ειδικά εκπαιδευμένοι και στις υπερηβικές παρακεντήσεις και στις λήψεις ούρων με τον καθετηριασμό της ουροδόχου κύστης. Άμεσα μετά από τη διάγνωση και ανάλογα με τη γενική κατάσταση του παιδιού, ο παιδίατρος χορηγεί αντιβιοτική αγωγή. Η από το στόμα θεραπεία χορηγείται σε μορφή εναιωρήματος αντιβιοτικού για περίπου δέκα ημέρες. Τρεις ημέρες μετά το πέρας της θεραπείας η γενική ανάλυση και η καλλιέργεια ούρων επαναλαμβάνονται με σκοπό τη διαπίστωση της εκρίζωσης του μικροβίου και της αποστείρωσης των ούρων. Σε περίπτωση της μη εκρίζωσης η θεραπεία παρατείνεται αλλά με διαφορετικό αντιβιοτικό.

 
Προσοχή! Τα παιδιά με την επηρεασμένη γενική κατάσταση θα πρέπει να εισάγονται στο νοσοκομείο για την ενδοφλέβια ενυδάτωση και αντιβιοτική θεραπεία. 
 
Μετά τη θεραπεία...
Η πρώτη ουρολοίμωξη είναι συνήθως αρκετή για τους παιδιάτρους στο να προχωρήσουν στην απεικονιστική διερεύνηση της ανατομίας του ουροποιητικού συστήματος του ασθενή με σκοπό την εντόπιση των τυχόν συγγενών ανωμαλιών. Οι περισσότεροι παιδίατροι στην Ελλάδα με αυτήν την αφορμή και μετά το τέλος της θεραπείας θα ζητήσουν τις εξής απεικονιστικές εξετάσεις:
  • την κυστεογραφία ούρησης,
  • το υπερηχογράφημα του ουροποιητικού,
  • το σπινθηρογράφημα των νεφρών.

Στις περιπτώσεις όπου διαγιγνώσκεται κάποια συγγενής ανωμαλία του ουροποιητικού, το παιδί παραπέμπεται σε παιδοουρολόγο. Μέχρι τη συνάντηση με τον παιδοουρολόγο ο ασθενής ενδέχεται να λάβει μικρή ποσότητα αντιβιοτικού καθημερινά (χημειοπροφύλαξη).

Πότε και πως εμπλέκεται ο παιδοουρολόγος;
Ιδανικά, σε όλα τα σενάρια των ουρολοιμώξεων, μετά το πέρας της θεραπείας ή και κατά τη διάρκειά αυτής (εάν υπάρχουν δυσκολίες) είναι απαραίτητη η παραπομπή του παιδιού σε ειδικό παιδοουρολόγο. Η διαπίστωση των συγγενών ανωμαλιών του ουροποιητικού επιβάλλει τη μακροχρόνια παρακολούθηση του παιδιού από παιδοουρολόγο με τακτικές εργαστηριακές και απεικονιστικές επανεξετάσεις.
Ο παιδοουρολόγος είναι χειρουργός και παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην προσπάθεια της μείωσης της πιθανότητας των υποτροπών των ουρολοιμώξεων, ειδικά όταν συνυπάρχουν οι συγγενείς ανωμαλίες του ουροποιητικού που ενδεχομένως χρήζουν χειρουργικής διευθέτησης.
  
Στα παιδιά που δέν έχουν κάποια συγγενή ανωμαλία αλλά παρουσιάζουν υποτροπές των ουρολοιμώξεων, ο παιδοουρολόγος κατευθύνει την προσπάθεια των γονέων κατά την επανεκπαίδευση των παιδιών στην ούρηση και στην αφόδευση. 
 
Ευχαριστώ για τη προσοχή σας!